Ήταν μια μέρα που έπρεπε να πάρω μια δύσκολη απόφαση. Μάλλον. Ήταν μια μέρα που έπρεπε να ανακοινώσω μια δύσκολη απόφαση που είχε όμως ήδη παρθεί. Ως άτομο εντωμεταξύ που μπορώ γραπτώς να εκφράσω ότι πιο μύχιο και καταχωνιασμένο αλλά προφορικώς γλωσσοδένομαι, ήμουν αρκετά στρεσαρισμένη. Μπαίνω στο χώρο, χαμογελαστή, βρισκόμουν άλλωστε μεταξύ σχετικά οικείων ατόμων, και περιμένω τη σειρά μου για να ξεστομίσω. ‘Κι εγώ θέλω να διακόψω τη συμμετοχή μου εδώ […] γιατί […] είμαι ευγνώμων για όσα έχω πάρει […] κουράστηκα από [….] εχμμμ […] μα δεν το εννοώ έτσι..’ Η απόκριση μου έκοψε τη όποια φόρα. Μετά έπρεπε να περιμένω ώστε να εξηγήσει τα δικά του άλλο άτομο, οπότε διέκοψα. Κι όταν ήρθε η σειρά μου …’για πες μας που έρχεσαι εδώ σα ντίβα και μας ανακοινώνεις…’. Ξεροκατάπια. Έκατσα όμως ήρεμη στη θεσούλα μου να ακούσω και τα υπόλοιπα. Μέχρι και που τα διανοητικοποίησα και έφυγα από εκεί σκεπτόμενη ότι θα τα επεξεργαστώ, θα σκεφτώ βαθύτερα, θα επαναπροσδιορίσω.
Έλα όμως που είχε ξυπνήσει μια φωνή που επαναλάμβανε με κλιμακωτή ένταση στο κεφάλι μου….
ντίβα;
ΝΤΙΒΑ;
ΝΤΙΒΑ;
Πότε σε είπαν τελευταία φορά «ντίβα»; Ήταν κομπλιμέντο ή προειδοποίηση;
Σε εμένα πάντως ειπώθηκε ως προειδοποίηση. Ένα κάπως ψύχραιμο άτομο θα το άκουγε, θα κρατούσε την προειδοποίηση και θα πήγαινε παρακάτω. Ένα ναρκισσευάμενο ίσως το έπαιρνε και πάνω του. Εγώ όμως; Εγώ όχι. Έζησα το δράμα, γέμισα ενοχές, ξέρασα θυμούς και λυγμούς…….για μισό λεπτό.
ΜΗΠΩΣ ΈΧΕΙ ΔΙΚΙΟ; Μήπως το δράμα είναι μέρος της ιδιοσυγκρασίας μου; Και είναι τόσο κακό αυτό άραγε;
Αποφάσισα να κάνω αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα, ειδικά όταν με βασανίζουν ερωτηματικά τέτοιου είδους. Να ερευνήσω και να εξερευνήσω και να πάρω κι εσένα μαζί μου σε αυτό. Τι, μόνη μου νόμιζες θα το περάσω;
Ανοίγω λαπτοπ, πληκτρολογώ .. ν τ ι β α.
Λίγες λέξεις αλλάζουν τόσο εύκολα πρόσημο. Στη μία πρόταση η ντίβα είναι η μεγάλη ερμηνεύτρια, η εμβληματική παρουσία, η γυναίκα που γεμίζει τη σκηνή. Στην επόμενη είναι η δύσκολη, η απαιτητική, αυτή που «την έχει ψωνίσει». Αυτό το newsletter ακολουθεί τη διαδρομή μιας λέξης που ξεκίνησε για να ονομάσει θεές και κατέληξε εργαλείο για να μπαίνουν οι γυναίκες στη θέση τους. Από τη ρίζα μέχρι το τελευταίο της κλαράκι.
Κάνε καφέ, έχουμε δρόμο.
Η θεά που λάμπει