Ήταν μια μέρα που έπρεπε να πάρω μια δύσκολη απόφαση. Μάλλον. Ήταν μια μέρα που έπρεπε να ανακοινώσω μια δύσκολη απόφαση που είχε όμως ήδη παρθεί. Ως άτομο εντωμεταξύ που μπορώ γραπτώς να εκφράσω ότι πιο μύχιο και καταχωνιασμένο αλλά προφορικώς γλωσσοδένομαι, ήμουν αρκετά στρεσαρισμένη. Μπαίνω στο χώρο, χαμογελαστή, βρισκόμουν άλλωστε μεταξύ σχετικά οικείων ατόμων, και περιμένω τη σειρά μου για να ξεστομίσω. ‘Κι εγώ θέλω να διακόψω τη συμμετοχή μου εδώ […] γιατί […] είμαι ευγνώμων για όσα έχω πάρει […] κουράστηκα από [….] εχμμμ […] μα δεν το εννοώ έτσι..’ Η απόκριση μου έκοψε τη όποια φόρα. Μετά έπρεπε να περιμένω ώστε να εξηγήσει τα δικά του άλλο άτομο, οπότε διέκοψα. Κι όταν ήρθε η σειρά μου …’για πες μας που έρχεσαι εδώ σα ντίβα και μας ανακοινώνεις…’. Ξεροκατάπια. Έκατσα όμως ήρεμη στη θεσούλα μου να ακούσω και τα υπόλοιπα. Μέχρι και που τα διανοητικοποίησα και έφυγα από εκεί σκεπτόμενη ότι θα τα επεξεργαστώ, θα σκεφτώ βαθύτερα, θα επαναπροσδιορίσω.
Έλα όμως που είχε ξυπνήσει μια φωνή που επαναλάμβανε με κλιμακωτή ένταση στο κεφάλι μου….
ντίβα;
ΝΤΙΒΑ;
ΝΤΙΒΑ;
Πότε σε είπαν τελευταία φορά «ντίβα»; Ήταν κομπλιμέντο ή προειδοποίηση;
Σε εμένα πάντως ειπώθηκε ως προειδοποίηση. Ένα κάπως ψύχραιμο άτομο θα το άκουγε, θα κρατούσε την προειδοποίηση και θα πήγαινε παρακάτω. Ένα ναρκισσευάμενο ίσως το έπαιρνε και πάνω του. Εγώ όμως; Εγώ όχι. Έζησα το δράμα, γέμισα ενοχές, ξέρασα θυμούς και λυγμούς…….για μισό λεπτό.
ΜΗΠΩΣ ΈΧΕΙ ΔΙΚΙΟ; Μήπως το δράμα είναι μέρος της ιδιοσυγκρασίας μου; Και είναι τόσο κακό αυτό άραγε;
Αποφάσισα να κάνω αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα, ειδικά όταν με βασανίζουν ερωτηματικά τέτοιου είδους. Να ερευνήσω και να εξερευνήσω και να πάρω κι εσένα μαζί μου σε αυτό. Τι, μόνη μου νόμιζες θα το περάσω;
Ανοίγω λαπτοπ, πληκτρολογώ .. ν τ ι β α.
Λίγες λέξεις αλλάζουν τόσο εύκολα πρόσημο. Στη μία πρόταση η ντίβα είναι η μεγάλη ερμηνεύτρια, η εμβληματική παρουσία, η γυναίκα που γεμίζει τη σκηνή. Στην επόμενη είναι η δύσκολη, η απαιτητική, αυτή που «την έχει ψωνίσει». Αυτό το newsletter ακολουθεί τη διαδρομή μιας λέξης που ξεκίνησε για να ονομάσει θεές και κατέληξε εργαλείο για να μπαίνουν οι γυναίκες στη θέση τους. Από τη ρίζα μέχρι το τελευταίο της κλαράκι.
Κάνε καφέ, έχουμε δρόμο.
Η θεά που λάμπει
Ορειχάλκινος διπόνδιος επί κυριαρχίας του πρώτου Ρωμαίου αυτοκράτορα Αυγούστου. Στην πίσω πλευρά του νομίσματος απεικονίζεται η σύζυγός του Λιβία που μετονομάστηκε Ντίβα Αυγούστα προς τιμήν του, λαμβάνοντας έτσι αντίστοιχες θεϊκές τιμές και τη θέση της αυτοκράτειρας μετά το θάνατο του.
Η ντίβα ξεκινά από το λατινικό dīva, «θεά», θηλυκό του dīvus, «θεϊκός». Στη Ρώμη, divus λεγόταν κυρίως ο θνητός που θεοποιήθηκε μετά θάνατον, όπως οι αυτοκράτορες. Αν πάμε ακόμα πιο πίσω, φτάνουμε σε μια πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα που σημαίνει «λάμπω» και στα παράγωγά της «ουρανός», «ημέρα», «θεός». Από την ίδια ρίζα προέρχονται ο Δίας, ο ρωμαϊκός Jupiter, το λατινικό dies (ημέρα) και το deus (θεός). Η ντίβα, λοιπόν, είναι κυριολεκτικά αυτή που λάμπει: συγγενής του Δία, συγγενής του αυτοκράτορα.
Isabella Andreini
Στα ιταλικά η λέξη ονόμαζε θεές από τον 14ο αιώνα. Τον 16ο αιώνα, όταν οι γυναίκες άρχισαν να ανεβαίνουν σε σκηνές που ως τότε ανήκαν σε αμιγώς ανδρικούς θιάσους, η λέξη πέρασε σε εκείνες που το ταλέντο τους έμοιαζε υπερφυσικό. Μία από τις πρώτες ήταν η Isabella Andreini (1562–1604), ηθοποιός και μουσικός ταπεινής καταγωγής, που λάτρευε τη μόρφωση και μάγευε το κοινό με την ευγλωττία της. Το μότο της ήταν «Elevat Ardor», η φλόγα υψώνεται.
Τον 18ο αιώνα, η όπερα στηριζόταν συχνά στην κλασική μυθολογία, με θεούς και θεές επί σκηνής. Έτσι το επίθετο «ντίβα» επιφορτώθηκε όλο και περισσότερο στη θεϊκή ηρωίδα, την πριμαντόνα, δηλαδή την «πρώτη κυρία» του θιάσου.
Giulia Grisi
Casta Diva: η γέννηση ενός μύθου
Τον 19ο αιώνα, συνθέτες όπως ο Ροσίνι, ο Ντονιτσέτι και ο Μπελίνι έγραφαν ρόλους στα μέτρα της σοπράνο. Η όπερα που όρισε την εικόνα της ντίβας ήταν η «Νόρμα» του Μπελίνι, που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μιλάνο το 1831. Η ηρωίδα είναι αρχιέρεια και στην άρια «Casta Diva» («Αγνή θεά») η σελήνη και η τραγουδίστρια παρουσιάζονται μαζί ως αντικείμενα λατρείας.
Όταν η «Νόρμα» ανέβηκε στο Παρίσι το 1835 με την Giulia Grisi, ο κριτικός Théophile Gautier την ύμνησε. Αλλά ο ύμνος είχε όρους. Ο Γκοτιέ την παρομοίαζε με μαρμάρινο άγαλμα του Παρθενώνα και θεωρούσε το ταλέντο της θεϊκό δώρο, όχι δική της κατάκτηση. Το V&A διαβάζει σε αυτό το βλέμμα κι έναν φόβο για τη γυναικεία δημιουργική και σεξουαλική δύναμη. Την ίδια εποχή στο Παρίσι, μια πριμαντόνα συχνά δεν έχαιρε κοινωνικού σεβασμού και αντιμετωπιζόταν όπως μια πόρνη.
Θεά στο σανίδι, κατάπτυστη στο πλακόστρωτο της ζωής.
Adelina Patti
Η πρώτη «δύσκολη»
Η λέξη μπήκε στα αγγλικά στα τέλη του 19ου αιώνα. Το 1883, όταν το Oxford English Dictionary την όρισε ως «διακεκριμένη τραγουδίστρια, πριμαντόνα», η Adelina Patti (1843–1919) βρισκόταν στο απόγειό της. Γεννημένη στη Μαδρίτη από Ιταλούς τραγουδιστές, μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη και έκανε ντεμπούτο στα 16 της ως Λουτσία ντι Λαμερμούρ. Ο Βέρντι την αποκάλεσε «καλλιτέχνιδα πέρα από κάθε σύγκριση».
Η Patti απέκτησε κάτι σχεδόν αδιανόητο για γυναίκα της εποχής της: οικονομική ανεξαρτησία. Λεγόταν ότι, μετά τη βασίλισσα Βικτώρια, ήταν η πιο αναγνωρίσιμη γυναίκα της Βρετανίας. Αγόρασε το κάστρο Craig-y-Nos στην Ουαλία και το 1891 έχτισε εκεί δικό της θέατρο, στα πρότυπα της Σκάλας του Μιλάνου.
Η μόδα ήταν μέρος της δύναμής της. Παράγγελνε κοστούμια από τον παρισινό οίκο Morin-Blossier, που έντυνε ευρωπαϊκές βασιλικές οικογένειες. Το V&A σημειώνει ότι η οικονομική της ανεξαρτησία τής επέτρεπε να διαμορφώνει μόνη της την εικόνα της. Η ντίβα όχι μόνο ενδυόταν αλλά και αποφάσιζε η ίδια το πώς. Το σημαντικότερο; Είχε τα δικά της χρήματα για να το πράξει αυτό.
Τα οποία τολμούσε και διαπραγματευόταν. Ζητούσε 5.000 δολάρια τη βραδιά, σε χρυσό, παραδοτέα στο καμαρίνι πριν βγει στη σκηνή. Ο αρχειονόμος της Metropolitan Opera, Robert Tuggle, τη θεωρεί πιθανότατα την πιο ακριβοπληρωμένη τραγουδίστρια στην ιστορία της όπερας. Τα συμβόλαιά της όριζαν ότι το όνομά της θα τυπωνόταν πρώτο και μεγαλύτερο από όλα, και ότι μπορούσε να πηγαίνει στις πρόβες χωρίς να είναι υποχρεωμένη.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Τύπος την παρουσίαζε ισχυρή αλλά απαιτητική και καλλιέργησε μια δημόσια περιέργεια για τη «συμπεριφορά ντίβας», από τις ρουτίνες ομορφιάς ως τα συμβόλαια. Κάπου εδώ γεννιέται το στερεότυπο: η γυναίκα που ξέρει τι αξίζει και το διαπραγματεύεται βαφτίζεται «δύσκολη».
Από τη σκηνή στον αγώνα
Γύρω στο 1900, οι ντίβες άρχισαν να χρησιμοποιούν τη θέση τους πολιτικά.
Sarah Bernhardt
Η Sarah Bernhardt έπαιξε τον Άμλετ και την Ιωάννα της Λωρραίνης, και ήλεγχε η ίδια την εικόνα της, συνεργαζόμενη με τον Αλφόνς Μούχα για τις αφίσες της.
Vesta Tilley
Η Vesta Tilley εμφανιζόταν με ανδρικά ρούχα στο music hall, ανοίγοντας τον δρόμο για τη Marlene Dietrich, που τη δεκαετία του ‘30 φορούσε παντελόνι εντός και εκτός πλατό.
Τη δεκαετία του ‘30 το ναζιστικό καθεστώς προσπαθεί να τη φέρει πίσω στη Γερμανία με πολύ καλοπληρωμένες προτάσεις, για να γίνει το πρόσωπο του κινηματογράφου του Τρίτου Ράιχ. Εκείνη αρνείται, παίρνει την αμερικανική υπηκοότητα το 1939 και αποποιείται τη γερμανική. Οι ταινίες της απαγορεύονται στη Γερμανία, και στη διάρκεια του πολέμου φιλοξενεί και στηρίζει οικονομικά Γερμανούς και Γάλλους εξόριστους. Το 1944 και το 1945 περιοδεύει στην Αλγερία, τη Βρετανία, την Ολλανδία, την Ιταλία και τη Γαλλία για τα συμμαχικά στρατεύματα, με πάνω από 500 εμφανίσεις, πολλές από αυτές στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Το 1947 τιμάται με το αμερικανικό Medal of Freedom, την ανώτατη πολιτική διάκριση των ΗΠΑ, και αργότερα με τη γαλλική Λεγεώνα της Τιμής.
Τι ρόλο κατέχει σε όλα αυτά το ρούχο;
Στην ταινία «Morocco» (1930) τραγουδά φορώντας ανδρικό σμόκιν και φιλά μια γυναίκα, σε ένα από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο, φιλιά ανάμεσα σε δύο γυναίκες στην οθόνη. Τα παντελόνια που φορούσε τόσο στην καθημερινή της ζωή όσο και στις πρεμιέρες του Χόλιγουντ, ξεσήκωναν τον Τύπο. Η Dietrich είχε καταλάβει νωρίς ότι ένα σμόκιν σε γυναικείο σώμα είναι πολιτική δήλωση.
Marie Lloyd
Η Marie Lloyd, η μεγαλύτερη σταρ του βρετανικού music hall και κόρη οικογένειας της εργατικής τάξης, στήριξε την απεργία του 1907. Δήλωσε ότι οι σταρ μπορούν να επιβάλουν τους όρους τους και ότι αγωνίζονταν για τα φτωχότερα μέλη του επαγγέλματος. Η «απαιτητική» ντίβα, εδώ, είναι συνδικαλίστρια.
Η Josephine Baker, που έφτασε στο Παρίσι τη δεκαετία του ‘20, πήρε τα ρατσιστικά στερεότυπα του «εξωτικού» και τα αντέστρεψε, έγινε κατάσκοπος της Γαλλικής Αντίστασης, και το 1927 η πρώτη μαύρη γυναίκα πρωταγωνίστρια σε στουντιακή ταινία.
Hollywood: ο ορισμός σκληραίνει
Η λέξη περνάει από την όπερα στα κινηματογραφικά στούντιο. Στα ιταλικά, η λέξη divismo περιγράφει το σύστημα κατασκευής σταρ. Η ιταλίδα Lyda Borelli θεωρείται η πρώτη κινηματογραφική ντίβα, μετά το βωβό φιλμ «Ma l’amor mio non muore!» του 1913.
Lyda Borelli στο εξώφυλλο της μελέτης της ερευνήτριας Stella Dagna για τη σημασία του φιλμ Ma l’amor mio non muore! στο βωβό κινηματογράφο
Όσο όμως οι χολιγουντιανές ντίβες περνούσαν στη συνείδηση του κοινού ως εξωπραγματικά, θεϊκά πλάσματα που όλοι ήθελαν λίγη από τη λάμψη τους, τόσο το κατεστημένο της βιομηχανίας τους στερούσε βασικά δικαιώματα. Ακόμη και στην αυτοδιάθεση του σώματός τους.
Κάποιες αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους…
Bette Davis and Jack Warner
Bette Davis
Ας μιλήσουμε για μια γνωστή δικαστική “μάχη”: η Bette Davis απέναντι στον Jack Warner της γνωστής Warner Bros, το 1936. Η Davis αποκάλυψε μεταγενέστερα ότι της έλεγαν πως δεν είχε δικαίωμα να παλεύει σαν άντρας. Ο δικηγόρος της άλλης πλευράς την περιέγραψε ως άτακτη δεσποινίδα που απλώς ήθελε περισσότερα λεφτά. Επειδή ζητούσε ισότητα, θέση και σεβασμό, παρουσιάστηκε ως δύσκολη, εντός και εκτός οθόνης, ώστε να υπονομευτεί η επιρροή της και να τερματιστεί η καριέρα της. Σε εκείνη αποδίδεται η φράση: όταν ένας άντρας λέει τη γνώμη του είναι άντρας, ενώ όταν το κάνει μια γυναίκα τη βρίζουν. Δυστυχώς η υπόθεση έληξε με δικαίωση του Warner,ο οποίος όμως, αναγνωρίζοντας το ισχυρό καλλιτεχνικό εκτόπισμα της Davis, αναννέωσε τη συνεργασία της με τη Warner Bros με ευνοϊκότερους για εκείνη όρους.
Olivia de Havilland
H Davis μπορεί τελικά να μη δικαιώθηκε αλλά άνοιξε το δρόμο για μια σειρά διεκδικήσεων που οδήγησαν στη θέσπιση του νόμου ντε Χάβιλαντ (De Havilland Law), μιας ιστορικής δικαστικής απόφασης του 1944 στην Καλιφόρνια, η οποία έβαλε τέλος στην «αιχμαλωσία» των ηθοποιών από τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ - οι ηθοποιοί βλέπεις υπέγραφαν αποκλειστικά συμβόλαια με ένα στούντιο για 7 χρόνια. Το στούντιο είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω τους: επέλεγε τους ρόλους, τις ταινίες, έκανε παρεμβάσεις ακόμη και στην προσωπική τους ζωή. Πρόκειται για την υπόθεση DeHavilland v. Warner Bros. Pictures, την οποία κέρδισε η διάσημη ηθοποιός Olivia de Havilland (γνωστή ως Μέλανι από το Όσα Παίρνει ο Άνεμος).
Σταματώ λίγο να φτιάξω δεύτερο καφέ και να σκεφτώ. Πού οφείλεται τελικά η αρνητική χροιά της λέξης ντίβα όταν ηχεί στα αυτιά μου; Πόσο έχει κάνει δουλειά πια η πατριαρχία; Μέχρι στιγμής οι ντίβες της ιστορίας μόνο δυναμισμό μου έχουν αποκαλύψει.
Και τραγικότητα…
Maria Callas
La Divina
Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε το 1923 στη Νέα Υόρκη από Έλληνες μετανάστες ως Μαρία Καλογεροπούλου. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών, ξεκίνησε στη Λυρική Σκηνή και έκανε ιταλικό ντεμπούτο στη Βερόνα το 1947.
Οι Ιταλοί θαυμαστές της την ονόμασαν «La Divina», η Θεϊκή.
Η Κάλλας ηγήθηκε της μεταπολεμικής αναβίωσης του bel canto, και ειδικά της «Νόρμας».
Κάπου εδώ ένας κύκλος κλείνει: όταν η Ελληνίδα που ενσάρκωσε στην εποχή μας τη λέξη ντίβα τραγουδά την «Casta Diva», την άρια που τη γέννησε, και γίνεται αντικείμενο απόλυτης λατρείας.
Λατρείας, βέβαια, που έρχεται μαζί με την τιμωρία. ‘Όταν το 1955 ο ομοσπονδιακός Stanley Pringle όρμησε, μετά από την παράσταση Μαντάμ Μπάτερφλαϊ στην όπερα του Σικάγο, στα καμαρίνια της Μαρίας για να της αποδώσει δικαστική κλήση τον περίμενε μια αναπάντεχη υποδοχή.«Έχω τη φωνή αγγέλου! Κανείς δε μπορεί να μου κάνει μήνυση!!» αναφώνησε η ντίβα και το στιγμιότυπο αποθανατίστηκε. Η φωτογραφία όπου έμοιαζε να γρυλίζει έκανε το γύρο των εντύπων της εποχής και ήταν αρκετή για να της κολλήσουν το παρατσούκλι «η Τίγρη». Η ίδια απαντούσε στους επικριτές της ότι δεν ήταν ούτε άγγελος ούτε διάβολος, αλλά γυναίκα και σοβαρή καλλιτέχνιδα.
Ακολούθησαν οριακές καλλιτεχνικές απαιτήσεις, συγκρούσεις με διευθυντές θεάτρων και η διαβόητη «κόντρα» με τη σοπράνο Renata Tebaldi που συζητήθηκαν όσο λίγα πράγματα στον κόσμο της όπερας.
Σε όλα αυτά προστέθηκαν η θυελλώδης προσωπική της ζωή, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης της με τον Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, η απώλεια της φωνής και το μοναχικό τέλος στο Παρίσι. Η δημόσια εικόνα της Μαρίας ήταν η εικόνα μιας γυναίκας παθιασμένης, περήφανης και συχνά αδιάλλακτης. Μιας αληθινής ντίβας.
Πλησιάζοντας στο σήμερα
Από τη δεκαετία του ‘60, η ντίβα μπαίνει στην ποπ, τη soul, το rock. Η Billie Holiday, η Nina Simone και η Aretha Franklin κάνουν το τραγούδι μήνυμα διαμαρτυρίας.
Η Billie Holiday το 1939 τραγουδά στο Café Society, το πρώτο κλαμπ της Νέας Υόρκης με μικτό κοινό, λευκούς και μαύρους, το «Strange Fruit», ένα τραγούδι για τα λιντσαρίσματα μαύρων ανθρώπων στον αμερικανικό Νότο. Η δισκογραφική της, η Columbia, αρνείται να το ηχογραφήσει από φόβο για τις αντιδράσεις στον Νότο, κι εκείνη το ηχογραφεί σε μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία. Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ναρκωτικών τη στοχοποιεί για χρόνια. Το 1947 φυλακίζεται και χάνει την άδεια να εμφανίζεται σε νυχτερινά κέντρα της Νέας Υόρκης. Το 1959, βαριά άρρωστη, συλλαμβάνεται στο κρεβάτι του νοσοκομείου και πεθαίνει υπό αστυνομική φρούρηση, στα 44 της.
H Nina Simone ‘τραγουδά’ για τη δολοφονία του ακτιβιστή Medgar Evers και τη βομβιστική επίθεση σε εκκλησία του Μπέρμιγχαμ, που σκότωσε τέσσερα μαύρα κορίτσια, με το «Mississippi Goddam» (1964). Στο «Four Women» δίνει φωνή σε τέσσερις μαύρες γυναίκες που τις ορίζουν το χρώμα του δέρματος και το βλέμμα των άλλων. Τον Μάρτιο του 1965 τραγουδά στο Μοντγκόμερι, στο τέλος των πορειών από τη Σέλμα. Χρόνια αργότερα θα πει ότι το τραγούδι έβλαψε την καριέρα της.
H Aretha Franklin το 1967 με το «Respect», γραμμένο από τον Otis Redding, γίνεται ύμνος για το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων και για το φεμινιστικό κίνημα. Περιοδεύει με τον Martin Luther King, στηρίζει οικονομικά το κίνημα και τραγουδά στην κηδεία του το 1968. Το 1970 δηλώνει δημόσια, αντίθετα με τη θέληση του πατέρα της, ότι θα πληρώσει όποιο ποσό χρειαστεί για την εγγύηση της Angela Davis.
Cher
Η εικόνα της ντίβας εντωμεταξύ γίνεται όλο και ποπ, όλο και πιο ατραφτερή. Η Cher και η Tina Turner χτίζουν νέες ταυτότητες, η Cher με τα θρυλικά κοστούμια του Bob Mackie αποτυπώνεται για πάντα απαστράπτουσα στη μνήμη μας. Θα τολμούσαμε να πούμε πως η θεϊκή δύναμη επιστρέφει στη λέξη ντίβα και την απελευθερώνει από την κακεντρεχή κριτική ματιά;
Διαβάζοντας λίγο πιο προσεκτικά διαπιστώνω πως βιάζομαι να χαρώ. Όχι, ο μηχανισμός δεν άλλαξε πολύ. Στον 21ο αιώνα, ο Τύπος περιέγραφε τη Whitney Houston, τη Mariah Carey και τη Madonna ως «εκτός ελέγχου» ή «τρομακτικές», αντί να μιλάει για την τέχνη τους.
Για άλλη μια φορά η γλώσσα προδίδει την πραγματική διάσταση. Στα ιταλικά υπάρχει το αρσενικό divo που σημαίνει απλώς σταρ και στην όπερα χρησιμοποιείται για τους μεγάλους τενόρους. Στις άλλες γλώσσες όμως ταξίδεψε μόνο το θηλυκό, κουβαλώντας μαζί του την απαξίωση. Και όταν σήμερα λέμε «ντίβα» έναν άντρα, συνήθως δεν τον επαινούμε για το ταλέντο του, αλλά τον λέμε «σαν υστερική γυναίκα». (Μια έκφραση επίσης απαράδεκτη αλλά πλατιάζω τώρα. Ίσως την αναπτύξουμε σε επόμενο newsletter; Αν το θες πες.)
Πώς η λέξη επιστρέφει;
Η λέξη όμως δεν έμεινε αβοήθητη μόνο στα χέρια όσων τη χρησιμοποιούσαν για να πειθαρχήσουν το θηλυκό ταπεραμέντο.
Η queer κουλτούρα την πήρε πίσω. Ο Wayne Koestenbaum, στο «The Queen’s Throat» (1993), εξερευνά τη σχέση των gay ανδρών με την όπερα και τη βαθιά ταύτιση της «opera queen» με τη ντίβα. Διαβάζει τη φωνή, την κίνηση και τη δημόσια περσόνα της ως ένα camp στυλ αντίστασης και προστασίας, και αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο στη λατρεία της Κάλλας.
Το ballroom, η υποκουλτούρα που αναδύθηκε από το drag στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και αποτελούνταν κυρίως από queer ανθρώπους χρώματος, έκανε την υπερβολή, το styling και την πασαρέλα γλώσσα επιβίωσης και πολιτικής διεκδίκησης.
Και οι άντρες καλλιτέχνες που αγκάλιασαν τη ντίβα, ο Elton John, ο Freddie Mercury, ο Prince, άνοιξαν χώρο για τη θηλυκότητα στη σκηνή, με φτερά, πούλιες και πλατφόρμες.
Οι ίδιες οι καλλιτέχνιδες επανοικειοποιήθηκαν τη λέξη.
Η Annie Lennox ονόμασε το πρώτο της σόλο άλμπουμ «Diva» το 1992. Η Beyoncé τραγούδησε το 2009 ότι η ντίβα είναι η γυναικεία εκδοχή του hustler.
Το 2018, στο RuPaul’s Drag Race, οι διαγωνιζόμενες υποδύθηκαν ντίβες από την Diana Ross ως την Cher. Το make up, οι περούκες, τα απαστράπτοντα outfits και η ένταση στην καλλιτεχνική έκφραση αποθεώνονται από τις drag queens που φέρνουν τη λάμψη μέσα από την οθόνη στα σπίτια και την καθημερινότητά μας. Ντίβες κι εκείνες λοιπόν; Ναι. Κι εντελώς απενοχοποιημένες.
Και τώρα;
Η ιστορία της ντίβας είναι, στην ουσία, μια ιστορία εξουσίας. Εξουσίας πάνω στο δικαίωμα μιας γυναίκας να εκφραστεί και να καταλάβει ‘χώρο’ για το κάνει αυτό. Γι αυτό ο μόνος τρόπος που της επιτρεπόταν να το κάνει αυτό ήταν εφόσον είχε τη ‘θεϊκή’ δηλαδή την ανδρική έγκριση ενώ μόλις άρχισε να παίρνει την κατάσταση στα χέρια της ο όρος επιφορτίστηκε με αρνητική χροιά.
Εδώ στο fasfem βέβαια μας αφορά και το γεγονός ότι η ντίβα είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τις ενδυματολογικές της επιλογές. Από το κοστούμι της Patti ως το παντελόνι της Dietrich και τα φτερά του ballroom, το ντύσιμο ήταν πάντα ο τρόπος να πάρει τον έλεγχο της εικόνας της και με αυτό να δηλώσει το δυναμισμό, την ένταση, το δικαίωμα στις επιλογές της, . Φυσικά κάθε φορά που το έκανε αυτό, κάποιος βρισκόταν να την πει «υπερβολική».
Madonna από πρόσφατη φωτογράφιση στην Πάτμο - μια ντίβα που ποτέ δε δίστασε να παίξει με τα έμφυλα στερεότυπα, τα θρησκευτικά σύμβολα και την έκφραση του αισθησιασμού.
Η ορατότητα δεν είναι ουδέτερη. Το ρούχο που «φωνάζει», το κραγιόν που είναι «πολύ», η γυναίκα που ζητάει όσα αξίζει: όλα κρίνονται με το ίδιο μέτρο. Η υπερβολή είναι πάντα η υπερβολή κάποιου που δεν είχε την άδεια να φαίνεται…
Έχουν μείνει δυο γουλιές από τον καφέ πια. Σηκώνω την κούπα και αδειάζω το περιεχόμενο. Μαζί με την καφεΐνη ο οργανισμός μου απορροφά και όλη αυτήν πληροφορία που λειτουργεί περιέργως κατευναστικά. Όλες αυτές οι δυνατές γυναίκες με την υπερβολή τους με τροφοδοτούν. Ιδέες και λίγες σταγόνες πολυπόθητης αυτοεκτίμησης. Την επόμενη φορά που θα ακούσω «μην κάνεις τη ντίβα», θα αναρωτηθώ: τι ακριβώς ζήτησα; Πώς θα μου συμπεριφέρονταν άραγε, αν το ζητούσε ένας άντρας; Θα τον υποτιμούσαν ή θα σέβονταν την ανάγκη του για τοποθέτηση και έκφραση; Αν το να ξέρω τι με επιβαρύνει και να αποφασίζω να το πω ευθέως με κάνει ντίβα, τότε είμαι πρόθυμη να ενδυθώ αυτόν τον τίτλο.
Σε περίπτωση που αναρωτιέσαι τι έγινε με εκείνο το αρχικό περιστατικό που έγινε αφορμή για να ξεκινήσει τούτο το γραπτό….
κρατώντας με ευγνωμοσύνη ότι μου πρόσφερε εκείνη η κατάσταση, σκούπισα τα δάκρυα, ίσιωσα το κορμί μου, τύλιξα το λαιμό μου με φανταχτερό μποά κι αποχώρισα για πάντα.
Πηγές
Victoria and Albert Museum, «Redefining the diva», απόσπασμα από το δοκίμιο της Kate Bailey στον κατάλογο της έκθεσης DIVA (V&A, 2023–24): vam.ac.uk/articles/redefining-the-diva
Denver Art Museum, «Defining the Diva»: denverartmuseum.org/en/blog/defining-diva
Online Etymology Dictionary, «diva»: etymonline.com/word/diva
Merriam-Webster, «diva»: merriam-webster.com/dictionary/diva
Wiktionary, «diva» (ετυμολογία): wiktionary.org/wiki/diva
Metropolitan Opera Archives, «The Met’s First Semiramide» (για την αμοιβή της Patti, βάσει του R. Tuggle, The Golden Age of Opera): metopera.org
Interlude, για τα συμβόλαια της Patti: interlude.hk
Koestenbaum, Wayne. The Queen’s Throat: Opera, Homosexuality, and the Mystery of Desire. Poseidon Press, 1993
Rio, Malcolm John. Drag Hinge, MIT, 2019 (για την ιστορία του ballroom): dspace.mit.edu
Για την Κάλλας: History Hit, Brooklyn Eagle (2023), The Violin Channel / Warner Classics